Το παράδοξο φαινόμενο της (ακούσιας) υποστήριξης μιας λύσης από τους πολέμιους της

(Με αφορμή τις τρέχουσες εντατικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελληνοκυπριακής και Τουρκοκυπριακής Κοινότητας για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος)

Ας υποθέσουμε πως δύο αντίπαλες πλευρές βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις για να συμφωνήσουν και να εφαρμόσουν μια λύση (πάνω σε μία ήδη συμφωνημένη βάση και μέσα σε ένα προκαθορισμένο πλαίσιο) που θα επιλύει ένα μεταξύ τους πρόβλημα. Στην κάθε πλευρά υπάρχουν οι «υποστηρικτές» δηλαδή αυτοί που είναι υπέρ και οι «πολέμιοι» δηλαδή αυτοί που είναι κατά της προδιαγραφόμενης λύσης.

Αυτοί που είναι κατά της λύσης στη μια πλευρά συνήθως υποστηρίζουν πως η άλλη πλευρά, μέσω αυτής της λύσης, ευνοείται, επιτυγχάνει τους δικούς της στόχους και σκοπούς και τοποθετείται σε πλεονεκτικότερη θέση. Αυτός είναι ένας τρόπος που χρησιμοποιούν για να υποστηρίξουν ότι πιθανή εφαρμογή της συγκεκριμένης λύσης θα είναι ενάντια στα συμφέροντα της δικής τους πλευράς.

Αυτά όμως που λένε οι πολέμιοι της λύσης της μιας πλευράς έρχονται ουσιαστικά να ενισχύσουν τις θέσεις των υποστηρικτών της λύσης της άλλης πλευράς, αφού στα λεγόμενα των πρώτων οι δεύτεροι παρουσιάζονται ως δικαιωμένοι, καθώς επιτυγχάνονται, όπως λέγεται, οι στόχοι και οι σκοποί της δικής τους πλευράς η οποία θεωρείται πως θα βρεθεί σε ευνοϊκότερη και πλεονεκτικότερη θέση με την εφαρμογή της προωθούμενης λύσης.

Άρα συμβαίνει το εξής παράδοξο: Oι πολέμιοι της λύσης της μιας πλευράς, αυτοί δηλαδή που ΔΕΝ θέλουν τη λύση, στηρίζουν εμμέσως και χωρίς να το θέλουν τους υποστηρικτές της λύσης της άλλης πλευράς που ΘΕΛΟΥΝ τη λύση!

Αφού μιλούμε για μία και συγκεκριμένη λύση η οποία θα εφαρμοστεί αμοιβαία, ταυτόχρονα και με τον ίδιο απολύτως τρόπο και για τις δύο πλευρές, αυτό που συμβαίνει, παραδόξως, είναι ότι οι πολέμιοι της λύσης της μιας πλευράς ουσιαστικά προωθούν (ακούσια) αυτή τη λύση, καθώς υποστηρίζοντας  ότι με αυτήν κερδίζει η άλλη πλευρά ενισχύουν τους υποστηρικτές της λύσης της άλλης πλευράς οι οποίοι επιχειρηματολογούν και αγωνίζονται γι αυτή τη λύση, η οποία εάν εφαρμοστεί θα εφαρμοστεί συνολικά, δηλαδή για όλους.

Μπορεί ίσως να ισχύει και το αντίστροφο, μάλλον όμως σε μικρότερο βαθμό και με λιγότερες πιθανότητες να συμβαίνει. Δηλαδή οι υποστηρικτές της λύσης της μιας πλευράς πιθανώς να πουν πως η άλλη πλευρά χάνει πράγματα, δεν επιτυγχάνει όλους τους στόχους της στη διαπραγμάτευση και βρίσκεται σε μειονεκτικότερη θέση. Με αυτό τον τρόπο, και πάλιν παραδόξως, ενισχύουν ακούσια τους πολέμιους της λύσης της άλλης πλευράς.

Μια τέτοια προσέγγιση φυσικά, είναι λιγότερο πιθανό να υιοθετηθεί, όπως προανέφερα, καθώς αποτελεί ξεκάθαρα δίκοπο μαχαίρι αφού πλήττει πασιφανώς τους υποστηρικτές της λύσης της άλλης πλευράς και ενισχύει τους πολέμιους κάτι που δεν είναι διόλου επιθυμητό για τους υποστηρικτές της λύσης της πρώτης πλευράς. Διότι είναι εκ των ων ουκ άνευ η κοινή λύση που θα εφαρμοστεί να εξυπηρετεί ισότιμα τα συμφέροντα και  των δύο πλευρών και οι υποστηρικτές της στις δύο πλευρές συνήθως βρίσκονται σε σύμπραξη και συνεργασία για την επίτευξη της.

Αυτό θεωρώ πως δεν ισχύει στην πρώτη περίπτωση διότι οι πολέμιοι της λύσης στις δύο πλευρές, υπό φυσιολογικές συνθήκες, δεν συμπράττουν ούτε συνεργάζονται και είναι λιγότερο πιθανό να λάβουν υπόψη το γεγονός πως αλληλοπλήττονται.

 

Advertisements

Περί Έρωτος (του πραγματικού)

Τί είναι ο έρωτας αν δεν είναι παρά μια πλάνη των αισθήσεων; Ένα ξεγέλασμα του νού; Μια παγίδα της Φύσης; Ναι, μια παγίδα της Φύσης και των βιοχημικών διεργασιών που πραγματοποιούνται στα σώματα των εμβίων, που στην περίπτωση του ανθρώπου, καθώς αυτός έφτασε στο εξελικτικό σημείο να συλλογάται, να ερμηνεύει και να εκφράζεται με μια γλωσσα συμβολική και περίπλοκη, περιγράφεται ως κάτι το υψηλό, το ανώτερο, το ιερό.

Μα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια χημική αντίδραση του σώματος επιβεβλημένη από τη Μητέρα Φύση, που για τους δικούς της λόγους θέλει να βλέπει τα ζωντανά παιδιά της να αυξάνονται και να πληθύνονται. Και αφού στην περίπτωση του ανθρώπου, όπως και στα άλλα εξελιγμένα ζώα, ο πολλαπλασιασμός επιτυγχάνεται με τη γονιμοποίηση του θηλυκού από το αρσενικό, δηλαδή με άλλα λόγια χρειάζεται απαραίτητα η συμμετοχή και η ένωση δύο ξεχωριστών όντων, τότε με κάποιο «μαγικό εργαλείο» η σοφή Φύση πρέπει να φέρνει μαζί αυτά τα δύο όντα. Αυτό το «μαγικό εργαλείο» λοιπόν, δεν είναι παρά μια βιοχημική διεργασία που ο «σοφός» άνθρωπος  ονόμασε έρωτα και τόσο υπερβολικά και πλανευτικά εξύμνησε.

Συχνά τους ερωτευμένους τους χαρακτηρίζουν «μεθυσμένους», «τρελούς», «τυφλούς» από τον έρωτα, και αυτό καθόλου άδικα. Η πανούργα Μητέρα Φύση αντιλαμβανόμενη τη μεγάλη δυσκολία να συνενώσει δύο όντα που με την ελεύθερη βούληση τους κινούνται αντίθετα και ξεχωριστά, έφτιαξε αυτό το «μαγικό εργαλείο», τον έρωτα. Τη βιοχημική αυτή διεργασία, που σαν παραισθησιογόνος ουσία καταφέρνει να «μεθύσει», να «τρελάνει» και να «τυφλώσει» τα άτομα, με στόχο και σκοπό να ναρκώσει και να παρακάμψει την ελεύθερη βούληση τους και να τα ενσωματώσει «εις σάρκαν μίαν».

Όπως κάθε παραισθησιογόνο φυσικά έτσι και ο έρωτας έχει μόνο προσωρινή αποτελεσματικότητα και έρχεται η στιγμή που εξασθενεί. Όμως «το κακό» έχει ήδη συμβεί. Η Φύση κατάφερε να πετύχει το σκοπό της. Έφερε μαζί το αρσενικό με το θηλυκό, η γονιμοποίηση και η τεκνοποίηση πραγματοποιήθηκαν και άρα ο απώτατος φυσικός σκοπός επιτέυχθηκε. Κι αν τα άτομα δε συμφιλιωθούν με αυτή την πραγματικότητα που είναι εξέλιξη φυσιολογική και όλο θέλουν να ερωτεύονται και να ξαναερωτέυονται, απλά πηγαίνουν κόντρα στη Φύση και αναπόφευκτα προκαλούν τα ίδια στον εαυτό τους όλες τις επακόλουθες αρνητικές συνέπειες που έχει η αντίθετη προς τη Φύση ζωή.

Ας γίνει λοιπόν κατανοητό στους ανθρωπους, πως ο έρωτας δεν αποτελεί κάποιον  υψηλό και ιερό αυτοσκοπό αλλά είναι απλά ένα εργαλείο της Φύσης και ένα προκαταρκτικό στάδιο για τη δημιουργία μιας οικογένειας. Η αφοσιώση στην υγιή ανάπτυξη αυτής της οικογένειας πρέπει να αποτελεί τον υπέρτατο σκοπό, γιατί αυτή η οικογένεια θα είναι το καταφύγιο και το εφαλτήριο για τα μέλη της προς την ευόδωση των θετικών τους στόχων.

Είναι άραγε μια τραγική ειρωνία της Φύσης, που ο άνθρωπος μέσα στην πλάνη του εξυμνεί τελικά τα λάθος πράγματα;

4/12/2014

Ο γυμνός προφέσιοναλ

Μ’ έναν αραχνοΰφαντο λεπτό και όμορφο μανδύα, νεόπλουτου επιδειξία βασιλιά, μοιάζουν τα επιτεύγματα του σύγχρονου προφέσιοναλ.

Κι επιδεικτικώς και καμαρώνοντας φορώντας τον, αυτόν τον λεπτεπίλεπτο λεπτό μανδύα του υπεράνω όλων και «πανάγιου» επαγγελματισμού, ολοένα σουλατσάρει κορδωμένος με πόζα αυτάρεσκη και αλαζονική, με ύφος υπερόπτη σοφιστή που απ’ το «αλάθητο» του στόμα υπερχειλίζουν μύριες εκφράσεις λόγιες, ακατανόητες για την πλέμπα.

Μα όταν το μάτι που θωρεί πίσω από την  εικόνα την απατηλή κάνει ετούτο τον μανδύα διαφανή, τότες  η γύμνια του σπουδαίου αυτού παλιάτσου, που με καμάρι τον φορεί, αποκαλύπτεται.

Κι όλα εκείνα τα «σοφά», που με στομφώδη τρόπο και στυγνά μας κήρυττε, αποκαλύπτονται ευθύς ως ‘κείνα που στ’ αλήθεια είναι: αρλούμπες κι αερολογίες, πράγματα τεχνητά και τεχνηέντως κατασκευασμένα.

Όλα δημιουργήματα ενός οργάνου πλανεμένου, που μέσα στα νευρωνικά του μονοπάτια ηλεκτρο-πλήττεται και φτιάχνει παραμύθια για μεγάλους…

… παραμύθια που αυτόν τον αφελή, μα ίσως και υποκριτή, προφέσιοναλ, τον ντύνουνε σαν βασιλιά γυμνό!

Ο παράγοντας αβεβαιότητα και η επίδραση του στην ψυχολογική κατάσταση των εργαζομένων

Κάποιος εργάζεται ως υπάλληλος στον ιδιωτικό τομέα έχοντας αβέβαιο εργασιακό μέλλον. Δηλαδή δε γνωρίζει πότε θα έρθει η ώρα που θα τον απολύσουν. Αυτό του δημιουργεί ψυχολογική πίεση, η οποία του προκαλεί δυσαρέσκεια σε σχέση με την εργασία του και κατ’ επέκταση γεννά μέσα του μια διαρκή υποβόσκουσα επιθυμία να παραιτηθεί από αυτήν.

Εάν όμως αρθεί η αβεβαιότητα και διασφαλιστεί ένα σίγουρο εργασιακό μέλλον για τον υπάλληλο, μέσω της εξασφάλισης μονιμότητας στη συγκεκριμένη θέση εργασίας , με την προϋπόθεση ότι ο υπάλληλος αρέσκεται σε αυτό που κάνει ή τουλάχιστον μπορεί να το ανεχθεί και να συμβιβαστεί με αυτό, τότε δε νοιώθει πλέον την ψυχολογική πίεση που του προκαλούσε προηγουμένως η αβεβαιότητα και δεν εκδηλώνεται μέσα του η επιθυμία να εγκαταλείψει τη θέση του.

Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω, που καταδεικνύουν την αρνητική ψυχολογική επίδραση που προκαλεί το άγνωστο μέλλον, δεν είναι καθόλου παράδοξο το ότι ενώ και στις δυο περιπτώσεις μιλούμε για την ίδια ακριβώς εργασία, όταν υπάρχει αβεβαιότητα ο εργαζόμενος την αποστρέφεται ενώ όταν υπάρχει βεβαιότητα και μονιμότητα ο εργαζόμενος την αποδέχεται και τη θέλει.

Το κλειδί λοιπόν είναι η ψυχολογική διάθεση.

Όταν κάποιος αποφανθεί ότι δεν αγαπά τη δουλειά του ή ίσως και τη μισεί, πρέπει να είναι πολύ προσεχτικός. Η παγίδα στην όποια ενδέχεται  να έχει πέσει, βρίσκεται στην παρερμηνεία της πραγματικής αιτίας που τον κάνει να αποστρέφεται την εργασία του. Αυτό που πρέπει να κάνει, είναι να ξεκαθαρίσει με απόλυτο τρόπο εάν είναι παράγοντες όπως η αβεβαιότητα κτλ.  που προκαλούν την αρνητική ψυχολογική  διάθεση που τον οδηγεί στην εντύπωση ότι μισεί κατ’ ουσία τη δουλεία του και όχι η φύση και το καθαυτό αντικείμενο της εργασία του.

Όταν το ΔΕΙΣ πως δεν αξίζει…

Τα πράγματα υπάρχουνε μονάχα σαν τα δούμε,

αισθήματα έχουμε γι αυτά μόνο αν τα σκεφτούμε…

 

…κι η αγωνία κι η οργή

που τώρα νοιώθεις στην ψυχή,

αφού στον τρόπο αυτό που ζεις

δύσκολα δείχνεις ανοχή

καθώς το ΕΙΔΕΣ καθαρά

πως δεν αξίζει αληθινά

τον χρόνο σου να σπαταλάς

για όλου του κόσμου τα λεφτά…

έτσι δικαιολογούνται.

 

Καθώς αυτός που δε θα ΔΕΙ

μα ούτε καν θ’ αντιληφθεί

πως τη ζωή του καταλύει

πως τη ζωή του θυσιάζει

γενόμενος ένα γρανάζι,

ποτέ του δε θα αισθανθεί

μήτε οργή μήτε ντροπή

ούτ’ αγωνία ή μαράζι.

 

22/09/2016

Γνώση αυστηρώς ακατάλληλη για γυναίκες

Ακολουθεί γνώση αυστηρώς ακατάλληλη για γυναίκες, που όμως θα «εγκληματήσω» δωρίζοντας τους την, εν είδει «φεμινιστικού προμηθέα» :p. Την έχω αντλήσει μέσα από το βιβλίο του Τόμας Μαν, Το Μαγικό Βουνό.

«Οι γυναίκες , στη στάση που κρατούν απέναντι στον άνδρα, εξαρτώνται από τη στάση που κρατά ο άνδρας απέναντι τους. Και δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό απάνω σ’ αυτό. Οι γυναίκες, έτσι θα ‘θελα να διατυπώσω αυτή τη σκέψη, είναι πλάσματα που αντιδρούν χωρίς πρωτοβουλία δική τους, νωχελικά, με τη σημασία της παθητικότητας… Η γυναίκα, απ’ όσο μπόρεσα να την καταλάβω, θεωρεί τον εαυτό της, στις ερωτικές υποθέσεις, κατ’ αρχήν, σαν ένα αντικείμενο. Αφήνει να την πλησιάζουν, δεν εκλέγει ελεύθερα, δε γίνεται το υποκείμενο του έρωτα, το υποκείμενο που διαλέγει, παρά μόνο αφού πρώτα αποτέλεσε το αντικείμενο της εκλογής του άνδρα, αφού πρώτα ο άνδρας έκανε την εκλογή του, μα κι ακόμη και κείνη κει τη στιγμή, η ελεύθερη εκλογή της – υποθέτοντας μόνο, πως δε θα πρόκειται  για καμιά υπερβολικά λυπημένη ανδρική ψυχή, μα κι αυτό ακόμα δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν αυστηρός όρος – η ελεύθερη εκλογή της, λοιπόν, είναι πολύ περιορισμένη κι ελαττωμένη, από μόνο το γεγονός, πως η ίδια αυτή υπήρξε αντικείμενο εκλογής.» (απόσπασμα από Το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, τόμος ‘B, σελ. 389, Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1989)

Με την πιο πάνω θέση του Μαν, ανατρέπεται η άποψη ότι την εκλογή του άνδρα την κάνει η γυναίκα, ότι δηλαδή η γυναίκα αποφασίζει και επιλέγει τον άνδρα. Όπως διαπιστώνεται από τη θέση του Μαν, η «απόφαση» αυτή της γυναίκας είναι φαινομενική και δεν είναι αποτέλεσμα της δικής της πρωτογενούς και ελεύθερης βουλήσεως. Είναι απλά το (ασυνείδητο) αιτιατό μια πρωταρχικής αιτίας, που δεν είναι άλλη από την εκλογή του άνδρα, που αυτός αποφασίζει, ελκυόμενος προς τη γυναίκα, να την προσεγγίσει , με τον ορθό τρόπο να την πολιορκήσει και στο τέλος να την κερδίσει , εκμαιεύοντας ουσιαστικά, την «απόφαση της» να τον επιλέξει.